Κυριακή, 13 Νοεμβρίου 2011

ΕΛΛΗΝΑΣ ΗΛΙΟΣ




















Στη μέση του πελάγου ανοιχτήκαμε
με πάλλευκη βαρκούλα, κάτασπρο πανί,
κι' ήταν στο τιμόνι ο Τζίτζικας
κι' ήταν ο Γλάρος στο κουπί.

Κεί, στη μέση του πελάγου φανερώθηκες
σαν κατεβασμένος απ' τον ουρανό,
σαν ξεπεταγμένος απ' τη θάλασσα.
          
          Κι' ήσουνα πέλεκυς αμφίστομος κι' ήσουνα κρίνο
          λεοντάρι και λάβαρο και χελιδόνι
          δελφίνι και χαίτη αλόγου και σπαθί,
          Ηρακλής και Καραϊσκάκης και 'Απόλλωνας
          Μεγαλέξανδρος και Διγενής και Μακρυγιάννης.
          Κι' ήσουνα λυγερόκορμη Παρθένα και αντρειωμένο Παιδί,
          φαλλός όρθιος και μήτρα βαθειά
          και στάχυ και σταφύλι και τζίτζικας
          κι' ήσουνα ΜΕΤΡΟ και ΛΟΓΟΣ.
          Και μίλησες στο καταμεσήμερο
          κι' είχαν τα λόγια σου
          τη στιλπνότητα του αλατιού στη γούβα του βράχου
          την αλήθεια του γυμνότατου ΄Ορδυμνου
          πού ατένιζε ακίνητος το ΄Αθω καί πέρα κατά το γρέγο την Τροία.
          Μίλησες κι' είχαν τα λόγια σου
          την κόψη την αρχαία του σπαθιού την τρομερή:

           —΄Αν σ' αγαπήσω λίγο πιο πολύ
           με λένε κάπηλο
           κι' αν σ' αγαπήσω λίγο περισσότερο
           προδότη.

           Εκείνοι που πουλούν την αγάπη στα φαρμακεία
           εκείνοι που μετράν το φως με κεριά
           κι' εκείνοι που περιφέρουν τα κενά κέλυφά τους  σέ σκάρτες πολιτείες
           λείχοντας πόδια που μόλις στάθηκαν όρθια.---
           θέλω να τους ξεχάσω μα δεν μπορώ
           θέλω να τους λησμονήσω με δεν μ΄αφήνουν.



Ξερίζωσαν —κοίτα— τις πορφυρές πασχαλιές
απ' τους μαγιάτικους παρθένους αγρούς μας
πουλώντας μας πλαστικά εντελβάϊς.


Στόλισαν στα παλάτια τους τους εξαϋλωμένους αγίους μας
να μετρούν τους αισχρούς ξεπεσμούς τους.
Διέβαλαν το τραγούγι του ανέμελου Τζίτζικα
των μυρμηγκιών προσκυνώντας την έρπουσα απληστία.


Κι' αμέριμνοι πίνουν στα πετρώνια γεύματα τους κρασί
απ' των συλημένων τάφων μας τους κρατήρες.


Θέλω να τούς ξεχάσω, μα δεν μπορώ
θέλω να τούς λησμονήσω, μα δεν μ' αφήνουν.


Φύτεψαν βέργες ξερές και ευλύγιστες
στον αγρό των χιλιόχρονων δέντρων
να φυσά τραμουντάνα κι' αυτές να γέρνουν στην όστρια
κι' αν λεβάντες, κατά τη μεριά του πουνέντε.
Φύτεψαν βέργες δικές τους κατάξερες
να άρχουν-λέει-των ατίθασσων δέντρων
του πεύκου του τραγουδιστή, της ασημόχλωρης ελιάς
του δρύ, του γέρο - πλάτανου
να άρχουν.
          
          Και εις τόπον καλούμενον λιθόστρωτον καθισμένοι 
          να πλένουν με ιδρώσταμο τα αιματόβρεχτα χέρια.



Ανέκαθεν έτσι, ανέκαθεν
μυκτηρίζοντας το πικρό μας το δάκρυ
στη Χιό, στο Μεσολόγγι, στη Νάουσα
στων Ψαρών την ολόμαυρη Ράχη,
Στη Σμύρνη, στ' Αϊβαλί, στην Άττάλεια
στη Χειμάρα, στο Σούλι, στην Πόλη,
Ανέκαθεν έτσι σας λέγω, μέχρι προχθές
πού μήνες μας άφησαν με το όπλο στο χέρι
με την καρδιά πυρπολούμενη στον προαιώνιο πόθο
με το μάτι μας άγρυπνο, με τ' αυτί μας στημένο, 
μήνες και μήνες άπλυτοι κι' άφαγοι.


           Όταν κείνοι σε μεγάλα τραπέζια τρωγόπιναν
           το ακήρατο σώμα, το άχραντο αίμα της σάρκας μας
           της σάρκας μας, που αυτή τη φορά λεγότανε
           Κερύνεια και λεγότανε Αμμόχωστος
           και λεγότανε Λευκωσία.
Και ο ήλιος εκρύβη. Και ο ήλιος επικράνθη.

Και, καθώς είθισται,

           εις τόπον καλούμενον λιθόστρωτον καθισμένοι
           σε εβένινους χρυσοστόλιστους θρόνους
           έπλυναν πάλι με ιδρώσταμο τα αιμοστάζοντα χέρια.


Και έβγαλαν Απόφαση οι μιαιφόνοι: ηττηθήκατε! 
Που, πότε, από ποιούς - σιωπή


Ηττηθήκατε-μόνο.      
           
           Το πικρότατο σύννεφο μιας κάλπικης ήττας
           σαν σάβανο κάλυψε όλη τη χώρα
           και κλαίει η Ροδόπη κι΄ο Πίνδος θρηνεί
           κι΄αποσώνει το θρήνο ο Κρής Ψηλορείτης.


Και γέλασαν οι αφελείς:
Αυτή η γέψη όχι ήττας – μα απάτης. Μοναχά.

          Μα οι γλαύκες που ξέμειναν στης Αθήνας το κάστρο
          οι γλαύκες, οι παμπάλαιες πού μετρούν τούς αιώνες 
          χτυπούν τις καμπάνες του Έθνους τις πάλλευκες:




Μη φοβηθής το βόλι
μη το σπαθί
μόν' τη σκουριά πού τρώγει
τη ψυχή.
Μη φοβηθείς το βόλι
μη το σπαθί
μόνε τον φίλο εκείνον
πού σε φιλεί.
Μη φοβηθείς το βόλι
μη το σπαθί
μόν' κείνον πού δεν καίγει
η ντροπή.

              Την σκουριά να φοβάστε την ύπουλη.
   
   θέλω να τους ξεχάσω μα δεν μπορώ
   θέλω να τους λησμονήσω μα δεν μ' αφήνουν
   εκείνους που χρόνους τώρα πουλάνε πανάκριβα
   χλωμά κεριά παραφίνης στον ηλιοδότη
   και που να καταλάβουν αδύνατο
   τις λεπτές σχέσεις του αίματός μου με Σένα.

                Ποτέ δεν κατάλαβαν, πώς είσαι το αίμα μου
             κι, αν κόψουν τις φλέβες μου, περνάς στα κόκκαλα
             κι' αν κάψουν τα κόκκαλα, στίς πέτρες περνάς
             κι' αν τις πέτρες θρυμματίσουν, πετάς στον μπλάβο ουρανό
             και γίνεσαι Δόξα καί γίνεσαι μετέωρο.

     Συ το φως το ανέσπερον και Συ το φώς το αγέννητον
   φώς ιλαρόν, φώς εκ φωτός
   Έλληνα, Ελεύθερε Ήλιε.
     Λάμπρος Κοιράνης. Πρωτοδημοσιεύτηκε τον Δεκέμβριο του 1980 στο περιοδικό ΔΑΥΛΟΣ. Το Λάμπρος Κοιράνης ήταν ψευδώνυμο.Στ.Χ

  

1 σχόλιο: